Σαν σήμερα, στις 13 Αυγούστου 1968, ο Αλέκος Παναγούλης επιχειρεί να χτυπήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Το σημείο που επέλεξε ήταν η τρύπα του Καραμανλή, στη Λουμπάρδα, στο 31ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Αθηνών–Σουνίου, ανάμεσα στη Βάρκιζα και την Αγία Μαρίνα Κορωπίου.
Εκείνη την εποχή υπήρχε στη συγκεκριμένη θέση μόνο μία μικρή σήραγγα. Το σημείο έμελλε να συνδεθεί με μία από τις πιο χαρακτηριστικές ενέργειες της αντιδικτατορικής αντίστασης.
Ο Παναγούλης είχε μελετήσει την πορεία που ακολουθούσε ο δικτάτορας για να πηγαινοέρχεται στη βίλα που του είχαν παραχωρήσει στο Λαγονήσι και επέλεξε το συγκεκριμένο σημείο για να τοποθετήσει τον εκρηκτικό μηχανισμό λίγο πριν τη σήραγγα, αφού τα οχήματα έκοβαν ταχύτητα.
Η έκρηξη που ήρθε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα
Το πρωί της 13ης Αυγούστου 1968, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος αναχώρησε από τη βίλα με κατεύθυνση προς την Αθήνα.
Όταν η αυτοκινητοπομπή έφτασε στο 31ο χιλιόμετρο, σημειώθηκε ισχυρή έκρηξη.
Όμως ο εκρηκτικός μηχανισμός εξερράγη αφού είχε ήδη περάσει το αυτοκίνητο του δικτάτορα. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν δύο κρατήρες στο οδόστρωμα, χωρίς να υπάρξουν θύματα.
Η απόπειρα είχε αποτύχει για ελάχιστα δευτερόλεπτα.
Ο Παπαδόπουλος συνέχισε την πορεία του προς την Αθήνα, ενώ ο Παναγούλης έπρεπε πλέον να διαφύγει από την περιοχή.
Το τεθωρακισμένο αυτοκίνητο του Γεώργιου Παπαδόπουλου ήταν δώρο του εφοπλιστή Ανδρεάδη. Το αυτοκίνητο, που ζύγιζε 8 τόνους, ανήκε στον Dr. N’Krumah, τον πρώην δικτάτορα της Γκάνα. Κανείς αγοραστής δεν είχε ενδιαφερθεί μέχρι που παρουσιάστηκε ο Ανδρεάδης.

Η σύλληψη και τα βασανιστήρια
Μετά την έκρηξη ξεκίνησε μεγάλη επιχείρηση για τον εντοπισμό του. Ο Παναγούλης συνελήφθη και οδηγήθηκε στα κρατητήρια της ΕΣΑ, όπου υπέστη σκληρά βασανιστήρια.
Παρά την πίεση και τις κακοποιήσεις, δεν αποκάλυψε τα στοιχεία που ζητούσαν οι ανακριτές.
Αργότερα, η πράξη του θα αποκτούσε διεθνή δημοσιότητα και ο ίδιος θα μετατρεπόταν σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της αντίστασης στη δικτατορία.
Η φράση που αποτυπώθηκε στη συνέντευξή του στην Οριάνα Φαλάτσι συμπυκνώνει τη δική του πολιτική εξήγηση για την απόπειρα: «Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο».
Από τη Λουμπάρδα στην ιστορία
Η απόπειρα της 13ης Αυγούστου δεν πέτυχε τον στόχο της. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος επέζησε και το καθεστώς συνέχισε να βρίσκεται στην εξουσία.
Ο Αλέκος Παναγούλης, όμως, πλήρωσε βαρύ τίμημα. Συνελήφθη, βασανίστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και παρέμεινε φυλακισμένος για χρόνια.
Μετά την πτώση της δικτατορίας επέστρεψε στην πολιτική ζωή, εξελέγη βουλευτής και συνέχισε τη δημόσια δράση του.
Η ζωή του τελείωσε τραγικά την 1η Μαΐου 1976, όταν σκοτώθηκε σε τροχαίο στη λεωφόρο Βουλιαγμένης.
Σήμερα, 58 χρόνια μετά την απόπειρα, το 31ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Αθηνών–Σουνίου στη Λουμπάρδα, ανάμεσα στη Βάρκιζα και την Αγία Μαρίνα Κορωπίου, παραμένει ένα σημείο όπου η γεωγραφία συναντά την ιστορία.
Η έκρηξη έγινε.
Αλλά για λίγα μόλις δευτερόλεπτα, ο Παπαδόπουλος είχε ήδη περάσει.
«ΘΥΜΑΜΑΙ ΣΑΝ ΝΑ ΕΙΧΑ ΜΙΣΟΚΟΙΜΗΘΕΙ ανάμεσα στους βράχους. Από τις κινήσεις των αστυνομικών καταλαβαίνω ότι το αυτοκίνητο πρόκειται να περάσει. Νάτο. Φαίνεται στο βάθος του δρόμου. Μπροστά είναι οι μοτοσυκλετιστές, αμέσως κατόπιν ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας, πίσω το αυτοκίνητο της Ασφάλειας. Στη μέση το αυτοκίνητο που με ενδιαφέρει. Ένα αυτοκίνητο μαύρο. Χάθηκαν πάλι σε μία στροφή. Σηκώνομαι λίγο για να δω πότε θα περάσει τη στροφή. Χαίρομαι που το χέρι μου, που κρατάει το καλώδιο, δεν τρέμει καθόλου…Τα μάτια μου πάντα καρφωμένα στο δρόμο.Η συνοδεία ξαναφάνηκε. Πλησιάζει. Πλησιάζει πάντοτε πιο πολύ. Το μαύρο αυτοκίνητο μεγαλώνει. Το χέρι μου κάνει την επαφή. Πετιέται ένας μεγάλος σωρός από χώματα και πέτρες. Οι νάρκες έχουν εκραγεί. Εγώ το έκανα, εγώ που δεν μπορώ να σκοτώσω άνθρωπο. Εγώ που πρέπει, έπρεπε να σκοτώσω τον τύραννο… Άραγε πέτυχα; Με βασανίζει αυτό το ερώτημα». (Η “κρίσιμη στιγμή”, όπως την αφηγήθηκε ο Αλέξανδρος Παναγούλης στον Κώστα Μαρδά).
Ο Αλέκος Παναγούλης σκοτώθηκε ξημερώματα Πρωτομαγιάς (1 Μαΐου) του 1976 σε ηλικία 36 ετών, σε τροχαίο δυστύχημα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης στην Αθήνα, οδηγώντας το αυτοκίνητό του. Το μοιραίο τροχαίο συνέβη κάτω από αδιευκρίνιστες και μυστηριώδεις συνθήκες. Το αυτοκίνητό του συγκρούστηκε με άλλο όχημα και ο θάνατός του προκάλεσε πολλά ερωτηματικά.
Την εποχή του θανάτου του ήταν εν ενεργεία βουλευτής και ετοιμαζόταν να αποκαλύψει στοιχεία για σχέσεις πολιτικών με τη χούντα.
